Το διαγενετικό έργο τέχνης μου ʺ GFP Bunny ʺ περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός πράσινου φωσφορίζοντος κουνελιού, τον δημόσιο διάλογο που γέννησε το πρόγραμμα και την κοινωνική ενσωμάτωση του κουνελιού. Το GFP αντιπροσωπεύει την πράσινη φωσφορίζουσα πρωτεΐνη. Το ʺ GFP Bunny ʺ υλοποιήθηκε το 2000 και η πρώτη δημόσια παρουσίασή του έγινε στην Αβινιόν, στη Γαλλία. Η διαγενετική τέχνη, όπως έχω πει αλλού [1} είναι μια νέα μορφή τέχνης που βασίζεται στη χρήση γενετικής μηχανικής για τη μεταφορά φυσικών ή συνθετικών γονιδίων σε έναν οργανισμό, με στόχο τη δημιουργία μοναδικών ζωντανών όντων. Αυτό πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή, με γνώση των περίπλοκων ζητημάτων που τίθενται και, πάνω απ’ όλα, με τη δέσμευση ότι θα σεβαστούμε, θα αναθρέψουμε και θα αγαπήσουμε τη ζωή που δημιουργείται έτσι.
Καλωσόρισες Alba
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που την κράτησα για πρώτη φορά στην αγκαλιά μου, στο Jouy-en-Josas, στη Γαλλία, στις 29 Απριλίου 2000. Την ανησυχία διαδέχτηκαν η χαρά και η έξαψη. Η Alba- αυτό το όνομα της δώσαμε η γυναίκα μου, η κόρη μου κι εγώ- ήταν αξιαγάπητη και στοργική και ήταν απόλαυση να παίζεις μαζί της. Καθώς την κράτησα στην αγκαλιά μου, έχωσε παιχνιδιάρικα το κεφάλι της ανάμεσα στο σώμα μου και το αριστερό μου μπράτσο και βρήκε, τελικά, μια αναπαυτική θέση για να ξεκουραστεί και να χαρεί τα προσεκτικά μου χάδια. Αμέσως ξύπνησε μέσα μου ένα ισχυρό και πιεστικό αίσθημα ευθύνης για την ευημερία της.
Η Alba είναι αναμφίβολα ένα πολύ ειδικό ζώο, αλλά θέλω να είμαι σαφής ως προς το ότι η επίσημη και γενετική μοναδικότητά της δεν είναι παρά ένα από τα συστατικά του έργου τέχνης ʺ GFP Bunnyʺ . Το πρόγραμμα ʺ GFP Bunnyʺ είναι ένα περίπλοκο κοινωνικό γεγονός που αρχίζει με τη δημιουργία ενός χιμαιρικού ζώου που δεν υπάρχει στη φύση (δηλαδή ʺ χιμαιρικού ʺ με την έννοια μιας πολιτισμικής παράδοσης φανταστικών ζώων, όχι με την επιστημονική έννοια ενός οργανισμού όπου υπάρχει ένα μίγμα κυττάρων στο σώμα ) κι αυτό συμπεριλαμβάνει επίσης στον πυρήνα του: 1) συνεχιζόμενο διάλογο μεταξύ των επαγγελματιών διαφόρων γνωστικών αντικειμένων (τέχνη, επιστήμη, φιλοσοφία, νομική, επικοινωνίες, λογοτεχνία, κοινωνικές επιστήμες) και του κοινού για τις πολιτισμικές και ηθικές επιπτώσεις της γενετικής μηχανικής, 2) αμφισβήτηση της υποτιθέμενης υπεροχής του DNA στη δημιουργία της ζωής προς όφελος μιας πιο περίπλοκης αντίληψης των περιπεπλεγμένων σχέσεων μεταξύ γενετικής, οργανισμού και περιβάλλοντος, 3) επέκταση των εννοιών της βιοποικιλίας και της εξέλιξης για την ενσωμάτωση συγκεκριμένου έργου στο επίπεδο του χρωμοσώματος, 4) επικοινωνία μεταξύ των ειδών, μεταξύ των ανθρώπων και ενός διαγενετικού θηλαστικού, 5) ένταξη και παρουσίαση του ʺ GFP Bunny ʺ σε ένα ενεργό και διαδραστικό πλαίσιο, 6) εξέταση των εννοιών της φυσιολογικότητας, της ετερογένειας, της αγνότητας, της υβριδικότητας και της διαφορετικότητας, 7) εξέταση μιας μη σημειωτικής έννοιας επικοινωνίας όπως το μοίρασμα γενετικού υλικού διαμέσου παραδοσιακών φραγμάτων μεταξύ των ειδών,
δημόσιος σεβασμός και εκτίμηση για τη συναισθηματική και γνωστική ζωή των διαγενετικών ζώων, 9) επέκταση των σημερινών πρακτικών και εννοιολογικών συνόρων της δημιουργίας τέχνης για την ενσωμάτωση της εφεύρεσης της ζωής.
Λάμψη στην Οικογένεια
Η ʺ Alba ʺ, το πράσινο φωσφορίζον κουνέλι, είναι αλμπίνο. Αυτό σημαίνει ότι επειδή δεν έχει χρωστική ουσία στο δέρμα, κάτω από φυσιολογικές περιβαλλοντικές συνθήκες είναι κάτασπρη με ροζ μάτια. Η Alba δεν είναι συνέχεια πράσινη. Λάμπει μόνο όταν φωτίζεται με το σωστό φως. Όταν (και μόνο τότε) φωτίζεται με μπλε φωτισμό (μέγιστη διέγερση στα 488 nm), λάμπει με ένα λαμπερό πράσινο φως (μέγιστη εκπομπή στα 509 nm). Δημιουργήθηκε με EGFP, μια ενισχυμένη εκδοχή ( δηλαδή, συνθετική μετάλλαξη) του αρχικού άγριου πράσινου φωσφορίζοντος γονιδίου που βρέθηκε στη μέδουσα Aequorea Victoria. Το EGFP δίνει δυο φορές περισσότερο φωσφορισμό στα κύτταρα των θηλαστικών (συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων κυττάρων) από το αρχικό γονίδιο της μέδουσας.[2]
Η πρώτη φάση του προγράμματος ʺ GFP Bunny ʺ ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2000 με τη γέννηση της ʺ Alba ʺ στο Jouy-en-Josas, στη Γαλλία. Αυτό επιτεύχθηκε με την ανεκτίμητη βοήθεια του ζωοσυστηματικού Louis Bec [3] και των επιστημόνων Louis-Marie Houdebime και Patrick Prunet [4]. Η επιλογή του ονόματος της Alba έγινε ομόφωνα από τη γυναίκα μου Ρουθ, την κόρη μου Μίριαμ κι εμένα. Η δεύτερη φάση είναι η συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη και η οποία ξεκίνησε με την πρώτη δημόσια ανακοίνωση της γέννησης της Alba, στο πλαίσιο της διάσκεψης του Planet Work, στο Σαν Φρανσίσκο, στις 12 Μαΐου του 2000. Η τρίτη φάση θα λάβει χώρα όταν το κουνέλι έρθει σπίτι, στο Σικάγο, ως μέλος της οικογένειάς μου, και ζήσει μαζί μας.
Από την Εξημέρωση στην Επιλεκτική Αναπαραγωγή
Η σχέση ανθρώπου-κουνελιού χρονολογείται από τη βιβλική εποχή, όπως δείχνουν περικοπές από τα βιβλία Λευιτικό (Lev.11:5) και Δευτερονόμιο (De.14:7), που κάνουν αναφορά στο saphan, την εβραϊκή λέξη για το κουνέλι. Οι Φοίνικες ναυτικοί ανακάλυψαν κουνέλια στην Ιβηρική Χερσόνησο γύρω στο 1100 μ.Χ. και, νομίζοντας ότι ήταν ύρακες, ονόμασαν αυτή τη γη ʺ i-shepan-imʺ (γη των υράκων). Καθώς η Ιβηρική Χερσόνησος βρίσκεται βόρεια από την Αφρική, η σχετική γεωγραφική θέση υπονοεί ότι μια άλλη προέλευση προέρχεται από το sphan, ʺ βορράς ʺ. Οι Ρωμαίοι προσάρμοσαν το ʺ i-shepan-im ʺ στα λατινικά και δημιουργήθηκε η λέξη Hispania- ετυμολογική προέλευση της Ισπανίας. Στο βιβλίο ΙΙΙ, ο Ρωμαίος γεωγράφος Στράβων (ca. 64 π.Χ.-21 μ.Χ.) αποκαλεί την Ισπανία ʺ γη των κουνελιών ʺ. Αργότερα, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Servius Sulpicius Galba (5 π.Χ.- 69 μ.Χ.), του οποίου η βασιλεία ήταν σύντομη (68-69 μ.Χ.), εξέδωσε ένα νόμισμα στο οποίο η Ισπανία απεικονίζεται με ένα κουνέλι στα πόδια της. Παρόλο που η ημι-εξημέρωση ξεκίνησε στη ρωμαϊκή περίοδο, σε αυτή την αρχική φάση τα κουνέλια φυλάγονταν σε μεγάλα, κλειστά μαντριά όπου αναπαράγονταν ελεύθερα.
Οι άνθρωποι άρχισαν να παίζουν άμεσο ρόλο στην εξέλιξη του κουνελιού από τον έκτο μέχρι τον δέκατο αιώνα μ.Χ., όταν οι μοναχοί στη νότια Γαλλία εξημέρωσαν και αναπαρήγαγαν κουνέλια κάτω από πιο περιορισμένες συνθήκες {5}. Προερχόμενο από την περιοχή που περιλαμβάνεται ανάμεσα στη νοτιοδυτική Ευρώπη και τη βόρεια Αφρική, το ευρωπαϊκό κουνέλι ( Oryctolagus cuniculus) είναι ο πρόγονος για όλες τις εξημερωμένες ράτσες. Από τον έκτο αιώνα, λόγω της κοινωνικής φύσης του, το κουνέλι ενσωματώθηκε όλο και περισσότερο στις οικογένειες των ανθρώπων ως σύντροφος στο σπίτι. Αυτή η επιλεκτική αναπαραγωγή δημιούργησε τη μορφολογική ποικιλία που υπάρχει σήμερα στα κουνέλια. Οι πρώτες καταγραφές, οι οποίες περιγράφουν μια ποικιλία τριχωμάτων και μεγεθών που διαφέρουν από τις άγριες ράτσες, χρονολογούνται από τον δέκατο έκτο αιώνα. Μόλις τον δέκατο όγδοο αιώνα η επιλεκτική αναπαραγωγή κατέληξε στο κουνέλι Ανγκορά, που έχει ένα μοναδικά παχύ και όμορφο μάλλινο τρίχωμα. Η διαδικασία της εξημέρωσης που έλαβε χώρα από τον έκτο αιώνα, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη σε παγκόσμιο επίπεδο αποδημία και εμπόριο, κατέληξε σε πολλές νέες ράτσες και στην εισαγωγή κουνελιών σε νέα περιβάλλοντα, διαφορετικά από τον τόπο καταγωγής τους. Μολονότι υπάρχουν πάνω από 100 γνωστές ράτσες κουνελιών στον κόσμο, οι ράτσες με αναγνωρισμένο γενεαλογικό δέντρο ποικίλλουν από τη μια χώρα στην άλλη. Για παράδειγμα, η American Rabbit Breeders AssociationΑμερικανική ( ARBA-Αμερικανική Ένωση Εκτροφέων Κουνελιών) ʺ αναγνωρίζει ʺ 45 ράτσες στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ αναπτύσσονται κι άλλες.
Επιπρόσθετα στην επιλεκτική αναπαραγωγή, γενετικές διαφοροποιήσεις που προέκυψαν φυσικά, συνέβαλαν στη μορφολογική ποικιλία. Το κουνέλι αλμπίνο, για παράδειγμα, είναι μια φυσική, υπολειπόμενη μετάλλαξη, που έχει ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης στη φύση (λόγω έλλειψης κατάλληλης φυσικής χρωμάτωσης για καμουφλάζ και καλής όρασης ώστε να εντοπίζει το θήραμα). Ωστόσο, επειδή εκτράφηκε από ανθρώπους, υπάρχει ευρέως σήμερα σε υγιείς πληθυσμούς. Η διατήρηση από τους ανθρώπους ζώων αλμπίνο συνδέεται επίσης με αρχαίες πολιτισμικές παραδόσεις: σχεδόν κάθε αμερικανική φυλή ιθαγενών πίστευε ότι τα ζώα αλμπίνο είχαν μια ξεχωριστή πνευματική σημασία και είχαν αυστηρούς κανόνες για την προστασία τους.
Από την Αναπαραγωγή στη Διαγενετική Τέχνη
Το ʺ GFP Bunny ʺ είναι ένα διαγενετικό έργο τέχνης και όχι ένα πρόγραμμα αναπαραγωγής. Οι διαφορές μεταξύ των δύο περιλαμβάνουν τις αρχές που καθοδηγούν αυτό το έργο, τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται και τους κύριους στόχους. Παραδοσιακά, η αναπαραγωγή ζώων είναι μια γενεσιουργική διαδικασία επιλογής που επιδιώκει να δημιουργήσει καθαρές ράτσες με πρότυπη μορφή και δομή, συχνά για την εξυπηρέτηση μιας ειδικής λειτουργίας. Καθώς μετακινιόταν από τις αγροτικές περιοχές στα αστικά περιβάλλοντα, η αναπαραγωγή έπαυσε να δίνει έμφαση στην επιλογή με βάση τα χαρακτηριστικά προσαρμοστικότητας στο περιβάλλον αλλά εξακολούθησε να καθοδηγείται από μια έννοια αισθητικής, που ήταν βασισμένη σε οπτικά χαρακτηριστικά και μορφολογικές αρχές. Η διαγενετική τέχνη, αντίθετα, παρέχει μια έννοια αισθητικής που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο κοινωνικό παρά στις τυπικές πλευρές της ζωής και της βιοποικιλίας, που θέτει σε αμφισβήτηση έννοιες γενετικής αγνότητας, που ενσωματώνει επακριβή εργασία στο επίπεδο των χρωμοσωμάτων και που αποκαλύπτει τη ρευστότητα της έννοιας των ειδών σε ένα αυξανόμενο διαγενετικό κοινωνικό πλαίσιο.
Ως διαγενετικός καλλιτέχνης δεν ενδιαφέρομαι για τη δημιουργία γενετικών αντικειμένων, αλλά για την εφεύρεση διαγενετικών κοινωνικών υποκειμένων. Με άλλα λόγια, αυτό που είναι σημαντικό είναι η πλήρως ολοκληρωμένη διαδικασία δημιουργίας του κουνελιού: να το φέρω στην κοινωνία και να του δώσω ένα διαπλαστικό περιβάλλον που διαθέτει αγάπη και φροντίδα κι όπου μπορεί να μεγαλώσει με ασφάλεια και υγεία. Αυτή η ολοκληρωμένη διαδικασία είναι σημαντική, επειδή τοποθετεί τη γενετική μηχανική σε ένα κοινωνικό πλαίσιο όπου η σχέση ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα είναι διαπραγματεύσιμη. Με άλλα λόγια, η βιοτεχνολογία, η ιδιωτική σφαίρα της οικογενειακής ζωής και το κοινωνικό πεδίο της κοινής γνώμης συζητούνται σε συνάρτηση το ένα με το άλλο. Η διαγενετική τέχνη δεν έχει να κάνει με την κατασκευή γενετικών αντικειμένων τέχνης, είτε αδρανή είτε εμποτισμένα με ζωντάνια. Μια τέτοια προσέγγιση θα σήμαινε τον συγκερασμό της λειτουργικής σφαίρας των επιστημών της ζωής με μια παραδοσιακή αισθητική που ευνοεί τυπικούς προβληματισμούς, υλική σταθερότητα και ερμηνευτική απομόνωση. Με την ενσωμάτωση των μαθημάτων της διαλογικής φιλοσοφίας {7}, η διαγενετική τέχνη οφείλει να προωθήσει την επίγνωση και τον σεβασμό της πνευματικής (ψυχικής) ζωής του διαγενετικού ζώου. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η λέξη ʺ αισθητική ʺ στο πλαίσιο της διαγενετικής τέχνης σημαίνει ότι η δημιουργία, η κοινωνικοποίηση και η οικιακή ενσωμάτωση είναι μια και μόνη διαδικασία. Το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε το κουνέλι να ανταποκρίνεται σε ειδικές προδιαγραφές ή ιδιοτροπίες, αλλά να απολαμβάνουμε τη συντροφιά του ως άτομο (όλα τα κουνέλια είναι διαφορετικά), να το εκτιμάμε για τις δικές του φυσικές αρετές, σε διαλογική αλληλεπίδραση.
Μια πολύ σημαντική πλευρά του ʺ GFP Bunny ʺ είναι ότι η Alba, όπως οποιοδήποτε άλλο κουνέλι, είναι κοινωνική και έχει ανάγκη αλληλεπίδρασης μέσα από σημάδια επικοινωνίας, τη φωνή και τη φυσική επαφή. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η διαδραστική τέχνη του μέλλοντος θα μοιάζει και θα γίνεται αισθητή όπως στο εικοστό αιώνα. Το ʺ GFP Bunny ʺ δείχνει ένα εναλλακτικό μονοπάτι και καθιστά σαφές ότι υπάρχει μια βαθιά έννοια αλληλεπίδρασης στην έννοια της προσωπικής ευθύνης (ως φροντίδα και δυνατότητα ανταπόκρισης). Το ʺ GFP Bunny ʺ δίνει μια συνέχεια στην εστίασή μου στη δημιουργία, στην τέχνη, αυτού που ο Martin Buber αποκάλεσε διαλογική σχέση [ 9], που ο Mikhail Bakhtin αποκάλεσε διαλογική σφαίρα ύπαρξης { 10}, που ο Emile Benveniste αποκάλεσε δια-υποκειμενικότητα {11} και που ο Humberto Maturana αποκάλεσε συναινετικές σφαίρες {12}: κοινές σφαίρες αντίληψης, γνωστικότητας και επίδρασης όπου δυο ή περισσότερα όντα με ικανότητα αντίληψης (ανθρώπινα ή άλλα) μπορούν να διαπραγματευτούν την εμπειρία τους διαλογικά. Το έργο εμπλουτίζεται επίσης από τη φιλοσοφία της ετερότητας {13} του Emmanuel Levinas, σύμφωνα με την οποία η εγγύτητά μας με τον άλλον ζητά ανταπόκριση και η διαπροσωπική επαφή με άλλους είναι η μοναδική σχέση ηθικής ευθύνης. Δημιουργώ τα έργα μου με στόχο την αποδοχή και ενσωμάτωση των αντιδράσεων και αποφάσεων των συμμετεχόντων, ανεξάρτητα αν είναι ευκαρυωτικοί ή προκαρυωτικοί.[14]. Είναι αυτό που αποκαλώ διασυνδετικό στοιχείο ανθρώπων-φυτών-πουλιών-θηλαστικών-ρομπότ-εντόμων-βακτηριδίων.
Για να είναι πραγματοποιήσιμη, αυτή η αισθητική πλατφόρμα-που συμφιλιώνει μορφές κοινωνικής παρέμβασης, εννοιολογικά ανοιχτές και συστηματικά περίπλοκες- πρέπει να αναγνωρίζει ότι κάθε κατάσταση, στην τέχνη όπως και στη ζωή, έχει τις δικές της ειδικές παραμέτρους και περιορισμούς. Το ερώτημα δεν είναι λοιπόν πώς να εξαλειφθεί ο περιορισμός ( πράγμα αδύνατον ) αλλά πώς να παραμείνει απροσδιόριστος έτσι ώστε αυτά που οι ανθρώπινοι ή μη ανθρώπινοι συμμετέχοντες σκέφτονται, αντιλαμβάνονται και κάνουν όταν βιώνουν το έργο να έχουν σημασία. Η απάντησή μου είναι να γίνει συντονισμένη προσπάθεια για να παραμείνουμε πραγματικά ανοιχτοί στις επιλογές και συμπεριφορές των συμμετεχόντων, να παραιτηθούμε από ένα ουσιαστικό μερίδιο ελέγχου της εμπειρίας του έργου, να δεχτούμε την εμπειρία όπως προκύπτει ως μεταμορφωτικό πεδίο δυνατοτήτων, να μάθουμε από αυτήν, να μεγαλώσουμε με αυτήν και να μεταμορφωθούμε σε αυτή την πορεία. Η Alba συμμετέχει στο διαγενετικό έργο τέχνης ʺ GFP Bunny ʺ , όπως και όλοι όσοι έρχονται σε επαφή μ’ αυτήν και όλοι όσοι δίνουν σημασία σε αυτό το πρόγραμμα. Ένα περίπλοκο σύνολο σχέσεων ανάμεσα στην οικογενειακή ζωή, την κοινωνική διαφορά, την επιστημονική διαδικασία, την επικοινωνία μεταξύ των ειδών, τη δημόσια συζήτηση, την ηθική, την ερμηνεία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και το καλλιτεχνικό πλαίσιο, βρίσκεται σε εξέλιξη.
Σε όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, η τέχνη απομακρύνθηκε σταδιακά από την εικαστική απεικόνιση, την κατασκευή αντικειμένων και την οπτική ενατένιση. Οι καλλιτέχνες που έψαχναν για νέες κατευθύνσεις που θα μπορούσαν να ανταποκριθούν πιο άμεσα στις κοινωνικές μεταμορφώσεις έδωσαν έμφαση στη διαδικασία, την έννοια, τη δράση, την αλληλεπίδραση, τα νέα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα περιβάλλοντα και τον κριτικό λόγο. Η διαγενετική τέχνη αναγνωρίζει αυτές τις αλλαγές και προσφέρει, ταυτόχρονα, τη ριζική απομάκρυνση από αυτές, τοποθετώντας το ζήτημα της δημιουργίας της ζωής στο επίκεντρο της συζήτηση. Αναμφίβολα, η διαγενετική τέχνη αναπτύσσεται επίσης σε ένα ευρύτερο πλαίσιο βαθιών μετατροπών σε άλλα πεδία. Σε όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, η φυσική γνώρισε αβεβαιότητα και σχετικότητα, η ανθρωπολογία κατακερμάτισε τον εθνοκεντρισμό, η φιλοσοφία κατήγγειλε την αλήθεια, η λογοτεχνική κριτική ξέφυγε από την ερμηνεία, η αστρονομία ανακάλυψε νέους πλανήτες, η βιολογία ανακάλυψε ʺ ακραιόφιλαʺ μικρόβια που ζουν σε συνθήκες που στο παρελθόν πιστεύαμε ότι δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν τη ζωή, η μοριακή βιολογία έκανε τον κλονισμό πραγματικότητα.
Η διαγενετική τέχνη αναγνωρίζει τον ανθρώπινο ρόλο στην εξέλιξη του κουνελιού ως φυσικού στοιχείου, ως κεφαλαίου στη φυσική ιστορία τόσο των ανθρώπων όσο και των κουνελιών, γιατί η εξημέρωση είναι πάντοτε μια εμπειρία με δυο κατευθύνσεις. Όπως οι άνθρωποι εξημερώνουν τα κουνέλια, έτσι και τα κουνέλια εξημερώνουν τους ανθρώπους τους. Εάν η τελεονομία είναι ο εμφανής στόχος στην οργάνωση των ζωντανών συστημάτων [15], τότε η διαγενετική τέχνη προτείνει μια μη ωφελιμιστική και πιο εξευγενισμένη προσέγγιση στη συζήτηση. Υπερβαίνοντας τη μεταφορά του έργου τέχνης ως ζώντος οργανισμού και οδεύοντας προς μια περίπλοκη προσωποποίηση της μεταφορικής χρήσης του όρου, η διαγενετική τέχνη ανοίγει ένα μη τελεονομικό πεδίο στις επιστήμες της ζωής. Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο της διαγενετικής τέχνης οι άνθρωποι ασκούν επιρροή στην οργάνωση των ζωντανών συστημάτων, αλλά η επιρροή αυτή δεν έχει πραγματιστικό στόχο. Η διαγενετική τέχνη δεν επιχειρεί να περιορίσει, να υπονομεύσει ή να διαιτητεύσει τη δημόσια συζήτηση. Επιδιώκει να προσφέρει μια νέα προοπτική που προσφέρει αμφισημία και λεπτότητα εκεί που συνήθως βρίσκαμε μόνο καταφατική (‘ υπέρ’) και αρνητική (‘κατά’) πολικότητα. Το ʺ GFP Bunny ʺ αναδεικνύει το γεγονός ότι τα διαγενετικά ζώα είναι κανονικές υπάρξεις που αποτελούν μέρος της κοινωνικής ζωής όπως οποιαδήποτε άλλη μορφή ζωής και επομένως αξίζουν αγάπη και φροντίδα όπως οποιοδήποτε άλλο ζώο [16].
Αναπτύσσοντας το πρόγραμμα ʺ GFP Bunny ʺ έδωσα ιδιαίτερη προσοχή και σκέψη σε οποιαδήποτε βλάβη θα μπορούσε να προκαλέσει. Αποφάσισα να προχωρήσω αυτό το πρόγραμμα όταν έγινε σαφές ότι ήταν ασφαλές [17]. Δεν υπήρξαν εκπλήξεις στη διάρκεια της διαδικασίας: η γενετική αλληλουχία που ευθύνεται για την παραγωγή της πράσινης φωσφορίζουσας πρωτεΐνης ενσωματώθηκε στο χρωμόσωμα μέσω ζυγωτής μικροένεσης [18]. Η εγκυμοσύνη ολοκληρώθηκε επιτυχώς. Το ʺ GFP Bunny ʺ δεν προτείνει μια νέα μορφή γενετικού πειράματος, πράγμα που σημαίνει: οι τεχνολογίες της μικροένεσης και της πράσινης φωσφορίζουσας πρωτεΐνης αποτελούν καθιερωμένα γνωστά εργαλεία στο πεδίο της μοριακής βιολογίας. Η πράσινη φωσφορίζουσα πρωτεΐνη έχει ήδη εκφραστεί επιτυχώς σε πολλούς φιλοξενούντες οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των θηλαστικών [19]. Δεν υπάρχουν μεταλλαξιογόνες προσπάθειες που να προκύπτουν από τη διαγενετική ενσωμάτωση στο χρωμόσωμα του φιλοξενούντος. Ας το πούμε αλλιώς: η πράσινη φωσφορίζουσα πρωτεΐνη δεν κάνει κακό στο κουνέλι. Αξίζει επίσης να υπογραμμίσουμε ότι το πρόγραμμα ʺ GFP Bunny ʺ δεν παραβιάζει κάποιο κοινωνικό κανόνα: οι άνθρωποι έχουν καθορίσει την εξέλιξη των κουνελιών για τουλάχιστον 1400 χρόνια.
Εναλλακτική Ετερότητα
Καθώς διαπραγματευόμαστε τη σχέση μας με τον λαγόμορφο σύντροφό μας {20}, είναι αναγκαίο να σκεφτούμε τις ιδιότητες του κουνελιού χωρίς να του δίνουμε ανθρώπινη μορφή. Οι σχέσεις δεν είναι απτές, αλλά σχηματίζουν ένα εύφορο έδαφος έρευνας της τέχνης, ωθώντας την αλληλεπίδραση στον τομέα της δια-υποκειμενικότητας. Κάθε πράγμα υπάρχει σε σχέση με τα άλλα. Τίποτα δεν υπάρχει μόνο του. Εστιάζοντας τη δουλειά μου στη διασύνδεση ανάμεσα στις βιολογικές, τεχνολογικές και υβριδικές οντότητες, επικεντρώνω την προσοχή σε αυτό το απλό αλλά βασικό γεγονός. Μιλώντας για διασύνδεση ή διυποκειμενικότητα, αναγνωρίζουμε την κοινωνική διάσταση της συνείδησης. Επομένως, η έννοια της διυποκειμενικότητας πρέπει να λάβει υπόψη την πολυπλοκότητα του μυαλού των ζώων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, και ειδικά σε σχέση με το ʺ GFP Bunnyʺ, πρέπει να είμαστε ανοιχτοί ώστε να καταλάβουμε το μυαλό του κουνελιού και, ειδικότερα, το μοναδικό πνεύμα της Alba ως άτομο. Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι ένα κουνέλι είναι λιγότερο έξυπνο από, ας πούμε, έναν σκύλο, επειδή, ανάμεσα σε άλλες ιδιαιτερότητες, ένα κουνέλι δυσκολεύεται να βρει την τροφή που βρίσκεται κάτω απ’ τη μύτη του. Η αιτία αυτού του φαινόμενου είναι ότι το οπτικό σύστημα του κουνελιού έχει μάτια τοποθετημένα ψηλά, στα πλάγια του κρανίου, επιτρέποντας στο κουνέλι να βλέπει σε περίπου 360 μοίρες. Ως αποτέλεσμα, το κουνέλι έχει ένα μικρό τυφλό σημείο περίπου 10 μοιρών ακριβώς μπροστά απ’ τη μύτη του και κάτω απ’ το πηγούνι του {21}. Μολονότι τα κουνέλια δεν βλέπουν τις εικόνες τόσο καλά όσο εμείς, είναι ικανά να αναγνωρίσουν συγκεκριμένους ανθρώπους από τον συνδυασμό της φωνής, των κινήσεων του σώματος και της μυρωδιάς, για παράδειγμα, υπό τον όρο ότι οι άνθρωποι έχουν τακτική επαφή με τα κουνέλια τους και δεν αλλάζουν δραματικά τη συνολική εμφάνισή τους (φορώντας ρούχα που αλλοιώνουν την ανθρώπινη μορφή ή χρησιμοποιώντας δυνατό άρωμα). Οπωσδήποτε, το να καταλάβουμε πώς ένα κουνέλι βλέπει τον κόσμο δεν αρκεί για να εκτιμήσουμε τη συνείδησή του, αλλά μας επιτρέπει να διαμορφώσουμε άποψη για τη συμπεριφορά του, έτσι ώστε να προσαρμόσουμε τη δική μας και να γίνει η ζωή πιο άνετη και ευχάριστη για όλους.
Η Alba είναι ένα υγιές και ήρεμο θηλαστικό. Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη που θέλει τους γενετικά μηχανοποιημένους οργανισμούς να είναι τερατουργήματα, το σχήμα και χρώμα του σώματός της είναι ακριβώς αυτά που συναντάμε στα κουνέλια αλμπίνο. Κάποιος που δεν ξέρει ότι η Alba είναι ένα φωσφορίζον κουνέλι, είναι αδύνατον να παρατηρήσει σ’ αυτήν οτιδήποτε ασυνήθιστο. Επομένως, η Alba υπονομεύει κάθε απόδοση ετερότητας που αποτελεί προϋπόθεση για χαρακτηριστικά που έχουν να κάνουν με τη μορφολογία και την προσαρμοστικότητα στο περιβάλλον. Είναι ακριβώς αυτή η παραγωγική αμφισημία που την κάνει ξεχωριστή: είναι ταυτόχρονα ίδια και διαφορετική. Όπως συμβαίνει στους περισσότερους πολιτισμούς, η σχέση μας με τα ζώα είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική για μας τους ίδιους. Η καθημερινή συνύπαρξη και αλληλεπίδραση με μέλη άλλων ειδών μας θυμίζει τη μοναδικότητά μας ως ανθρώπων. Την ίδια στιγμή, μας επιτρέπει να αντλούμε από διαστάσεις του ανθρώπινου πνεύματος που λείπουν συνήθως στην καθημερινή ζωή-όπως η επικοινωνία χωρίς λόγια-και αποκαλύπτουν πόσο κοντά βρισκόμαστε, στην πραγματικότητα, με τους μη ανθρώπους. Όσο περισσότερο τα ζώα γίνονται μέρος της οικιακής μας ζωής, τόσο απομακρυνόμαστε από την αναπαραγωγή των ζώων για λειτουργικότητα και εργασία. Η σχέση μας με άλλα ζώα αλλάζει καθώς οι ιστορικές συνθήκες μεταμορφώνονται από πολιτικές πιέσεις, επιστημονικές ανακαλύψεις, τεχνολογική ανάπτυξη, οικονομικές ευκαιρίες, καλλιτεχνική εφευρετικότητα και φιλοσοφικές ενοράσεις. Στην αρχή του εικοστού πρώτου αιώνα, καθώς μεταμορφώνουμε την αντίληψή μας για τα ανθρώπινα φυσικά σύνορα εισάγοντας νέα γονίδια σε ανεπτυγμένους ανθρώπινους οργανισμούς, η επικοινωνία μας με τα ζώα του περιβάλλοντός μας αλλάζει επίσης. Η μοριακή βιολογία έχει αποδείξει ότι το ανθρώπινο χρωματόσωμα είναι φτιαγμένο από τα ίδια βασικά στοιχεία όπως στις άλλες γνωστές μορφές ζωής και μπορεί να ιδωθεί ς μέρος ενός ευρύτερου φάσματος χρωμοσωμάτων που είναι πλούσιο σε παραλλαγές και ποικιλία.
Δυτικοί φιλόσοφοι, από τον Αριστοτέλη {22] στον Ντεκάρτ [23}, από τον Locke [24] στον Leibniz [25]από τον Καντ [26] στον Νίτσε {27] και τον Buber {28], έχουν προσεγγίσει το αίνιγμα του ζώου με πολλαπλούς τρόπους, κινούμενοι στο χρόνο και αποσαφηνίζοντας τις απόψεις τους για την ανθρωπότητα. Ενώ ο Ντεκάρτ και ο Καντ είχαν μια πιο συγκαταβατική άποψη για την πνευματική ζωή των ζώων (όπως άλλωστε και ο Αριστοτέλης), ο Locke, ο Leibniz, ο Νίτσε και ο Buber είναι-σε διαφορετικό βαθμό- πιο ανεκτικοί απέναντι στους άλλους ευκαρυώτες[29}. Σήμερα, η ικανότητά μας να δημιουργούμε ζωή μέσω της άμεσης μεθόδου της γενετικής μηχανικής μάς ωθεί σε μια επαναξιολόγηση της πολιτισμικής αντικειμενοποίησης και της προσωπικής υποκειμενοποίησης των ζώων και ανανεώνει την έρευνά μας για τα όρια και τις δυνατότητες αυτού που αποκαλούμε ανθρωπότητα. Δεν πιστεύω ότι η γενετική μηχανική εξαλείφει το μυστήριο του τι είναι ζωή. Αντίθετα, γεννά εκ νέου το αίσθημα του θαυμασμού απέναντι στα ζωντανά πλάσματα. Θα πιστέψουμε ότι η βιοτεχνολογία εξαλείφει το μυστήριο της ζωής εάν την ευνοήσουμε σε βάρος άλλων απόψεων για τη ζωή (σε αντίθεση με το να δούμε τη βιοτεχνολογία ως μια από τις πολλές συμβολές στην ευρύτερη συζήτηση) και αν δεχτούμε την απλοποιημένη άποψη (που δεν υιοθετείται από πολλούς βιολόγους)ότι η ζωή είναι απλώς ζήτημα γενετικής. Η διαγενετική τέχνη αποτελεί κατηγορηματική απόρριψη αυτής της άποψης και υπενθύμιση ότι η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση μεταξύ των παραγόντων που έχουν την ικανότητα να αισθάνονται κι εκείνων που δεν την έχουν, βρίσκεται στον πυρήνα αυτού που αποκαλούμε ζωή. Αντί να δεχτεί την μετακίνηση από την πολυπλοκότητα των διαδικασιών της ζωής στη γενετική, η διαγενετική τέχνη δίνει έμφαση στην κοινωνική ύπαρξη των οργανισμών και επομένως αναδεικνύει την εξελικτική συνέχεια των φυσιολογικών και προσαρμοστικών στο περιβάλλον χαρακτηριστικών μεταξύ των ειδών. Το μυστήριο και η ομορφιά της ζωής παραμένει εξίσου μεγάλο όταν συνειδητοποιούμε την κοντινή βιολογική συγγένεια μας με άλλα είδη κι όταν καταλαβαίνουμε ότι από μια περιορισμένη σειρά γενετικών βάσεων η ζωή έχει εξελιχτεί στη Γη με οργανισμούς τόσο ποικίλους όπως τα βακτηρίδια, τα φυτά, τα έντομα, τα ψάρια, τα ερπετά, τα πουλιά και τα θηλαστικά.
Σημειώσεις
1. Kac, Eduardo. ʺ Transgenic Artʺ, Leonardo Electronic Almanac, Τόμος 6, Ν. 11, Δεκέμβριος 1998. Επανέκδοση: Gerfried Stocker & Christine Schopf, Ars Electronica’99. Life Science (Vienna, New York: Springer, 1999), σ. 289-206. Βλέπε επίσης: Kac, Eduardo. ʺ Genesisʺ, Spike/Genesis, εκθεσιακός κατάλογος, Ο.Κ. Center for Contemporary Art, Linz, Austria, σ. 50-55.
2. Η πράσινη φωσφορίζουσα πρωτεΐνη (GFP) απομονώθηκε πρώτα από το Aequorea victoria και χρησιμοποιήθηκε ως νέο αναφορικό σύστημα ( Chalfie, M, Tu, Y, Euskirchen, G. Ward, W, Prascher, D (1994). Green Fluorescent Protein as a Marker for Gene Expression. Science 263 (802-805) τροποποιήθηκε στο εργαστήριο για να αυξηθεί ο φωσφορισμός. Βλέπε: Heim, R., Cubitt, A. B. & Tsien, R.Y. (1995). Improved green fluorescence. Nature 373:663-664 and Heim, R., Tsien, R.Y.(1996)Engineering green fluorescent protein for improved brightness, longer wavelengths and fluorescence resonance energy transfer. Current Biology 6, 178-182. Περαιτέρω εργασία αλλοίωσε το γονίδιο της πράσινης φωσφορίζουσας πρωτεΐνης για να είναι συμβατό με τα codons των ανθρώπινων πρωτεϊνών υψηλής έκφρασης και να επιτρέπει βελτιωμένη έκφραση στα κύτταρα των θηλαστικών. Βλέπε: Haas, J, Park, EC & Seed, B (1996). Codon usage limitation in the expression of HIV-1 envelope glycoprotein. Current Biology 6: 315-24. Πιο πρόσφατα, αναπτύχθηκαν νέες μεταλλαγές με μεγαλύτερο φωσφορισμό. Βλέπε: Yang, Te-Tuan κ.ά. (1998). Βελτιωμένος φωσφορισμός και διπλός εντοπισμός χρώματος με ενισχυμένες μπλε και πράσινες αποχρώσεις πράσινης φωσφορίζουσας πρωτεΐνης. Επιθεώρηση βιολογικής χημείας, Τόμος 273, Ν. 14. σ. 8212. Για μια περιεκτική επισκόπηση της πράσινης φωσφορίζουσας πρωτεΐνης ως γενετικού γνωρίσματος, βλέπε: Chalfie, Martin, Kain, Steven. Green fluorescent protein: properties, applications and protocols (New York: Wiley-Liss, 1998). Από την πρώτη εισαγωγή της στη μοριακή βιολογία, η πράσινη φωσφορίζουσα πρωτεΐνη εκφράζεται σε πολλούς οργανισμούς, όπως τα βακτηρίδια, η μαγιά, η μούχλα, πολλά φυτών, πολλών κύτταρα θηλαστικών, ακόμη και ιούς. Επιπλέον, πολλά νημάτια, όπως πυρήνες, μιτοχόνδρια, μεμβράνη πλάσματος, σκελετοί κυττάρων, έχουν σημαδευτεί με πράσινη φωσφορίζουσα πρωτεΐνη.
3. Ο καλλιτέχνης, έφορος και πολιτισμικός οργανωτής Louis Bec κατασκεύασε τον όρο ζωοσυστηματικός για να ορίσει την Āδηλαδή την ψηφιακή διαμόρφωση των ζωντανών συστημάτων. Πρώην επιθεωρητής στην καλλιτεχνική δημιουργία, υπεύθυνος για τις Νέες Τεχνολογίες, στο υπουργείο Πολιτισμού (Συντονιστής Τέχνης και Τεχνολογίας στο γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού), ο Louis Bec ήταν διευθυντής του Festival Numerique της Αβινιόν (Ψηφιακό Αβινιόν), που πραγματοποιήθηκε στην Αβινιόν της Γαλλίας, από τον Απρίλιο του 1999 μέχρι το Νοέμβριο του 2000, με την ευκαιρία της ανακήρυξης της Αβινιόν ως πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης για το έτος 2000.
4. Ο Louis-Marie Houdebine και ο Patrick Prunet είναι επιστήμονες που εργάζονται στο Εθνικό Ινστιτούτο Αγρονομικής Έρευνας ( Institut National de la Recherche Agronomique-INRA) στη Γαλλία. Ο Louis-Marie Houdebine είναι ο Διευθυντής Έρευνας της Μονάδας Βιολογίας της Ανάπτυξης και Βιοτεχνολογίας, INRA, στο Κέντρο του Jouy-en-Josas, στη Γαλλία. Μεταξύ των έργων του στα γαλλικά: Le génie génétique, de l’animal a l’homme: un expose pour comprendre, un essai pour réfléchir ( Paris, Flammarion, 1996). Les biotechnologies animales: une nécessite ou une révolution inutile (Paris: Cachan: Tec & Doc, 1998). Στα αγγλικά: Transgenic Animals- Generation and Use- Amsterdam: Harwοod Academic Publishers, 1997). Ο Patrick Prunet είναι ερευνητής στο Group in Physiology of Stress and Adaptation- Ομάδα Φυσιολογίας του Άγχους και Προσαρμογής, INRA, Campus de Beaulieu, Rennes,France.
5. Για έναν απολογισμό της ιστορίας της εξημέρωσης, βλέπε: Zeuner, Frederick Everard. A History of Domesticated Animals (New York: Harper & Row, 1963), Cluttion-Brock, Juliet. Domesticated Animals from Early Times (London: British Museum, 1981), Caras, Roger A. A Perfect Harmony: The Interwining Lives of Animals and Humans Throughout History (New York: Simon and Schuster, 1996), Gautier, Achilles. La domestication. Et l’homme crea ses animaux (Paris: Masson, 1992) και Sawer Carl O. Agricultural Οrigins and Dispersals: The Domestication of Animals and Foodstuffs (Cambridge, MA : MIT Press, 1970). Για ειδικές αναφορές στην εξημέρωση των κουνελιών βλέπε: Biadi, F & Le Gall, A. Le lapin de garenne (Paris: Ηatier, 1993), Bianciotto, G., Bestiaires du Moyen Age (Paris: Stock, 1980), Brochier, J.J., Anthologie du lapin (Paris: Hatier, 1987), Le lapin, aspects historiques, culturels et sociaux. N Ethnozootechnie, no 27, 1980.
6. Για λεπτομερή πληροφόρηση για τις πνευματικές αξίες ατομικών φυλών: Gill, Sam D., Dictionary of Native American mythology (New York: Oxford University Press, 1994). Βλέπε επίσης: Hirschfelder, Arlene B., Encyclopaedia of Native American religions: an introduction (New York: Facts on File, 2000). Richard Erdoes & Alfonso Ortiz (Εκδότες). American Myths and Legends (New York: Pantheon Books, 1985). Μια πρόσφατη περίπτωση που απεικονίζει τις ιερές ιδιότητες που έχουν τα ζώα αλμπίνο για τις γηγενείς αμερικανικές φυλές ήταν η γέννηση της ʺ Miracle ʺ, ενός λευκού θηλυκού βούβαλου. Η ʺ Miracle ʺ γεννήθηκε στη φάρμα Ηeider, στη Janesville, Wisconsin, στις 20 Αυγούστου 1994. Όταν ανακοινώθηκε η γέννηση της Miracle, η American Bison Association είπε ότι ο τελευταίος καταγεγραμμένος λευκός βούβαλος πέθανε το 1959. Η Miracle θεωρείται ιερή από τους Ινδιάνους κυνηγούς που ανήκουν στις φυλές Lakota, Oneida, Cherokee και Cheyenne. Λίγο μετά τη γέννησή της, ο Joseph Chasing Horse, παραδοσιακός αρχηγός του έθνους των Lakota, επισκέφθηκε τον τόπο γέννησής της και οργάνωσε μια τελετή όπου αφηγήθηκε την ιστορία του λευκού θηλυκού βούβαλου, μιας θρυλικής μορφής που έφερε την πρώτη γκάιντα στους ανθρώπους της Lakota. Ως αποτέλεσμα, περισσότεροι από 20.000 άνθρωποι ήρθαν να δουν την Miracle και η πύλη που οδηγούσε στο βοσκότοπο Heider και τα δέντρα που βρίσκονταν δίπλα του καλύφθηκαν γρήγορα από προσφορές: φτερά, κολιέ και πολύχρωμα υφάσματα. Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα στη γηγενή αμερικανική κοινότητα γιατί με τη γέννηση του λευκού θηλυκού βούβαλου εκπληρώθηκε μια προφητεία 2.000 ετών –μια παλιά προφητεία των βόρειων Ινδιάνων. Ο Joseph Chasing Horse εξήγησε σε συνέντευξή του σε μια εφημερίδα ότι πριν από 2.000 χρόνια μια νέα γυναίκα που πρωτοεμφανίστηκε με τη μορφή λευκού βούβαλου έδωσε στους πρόγονους των Λακότα ένα ιερό μουσικό όργανο και ιερές τελετές και τους έκανε φύλακες των Μαύρων Λόφων. Πριν φύγει, προφήτευσε ότι θα επέστρεφε μια μέρα για να εξαγνίσει τον κόσμο, φέρνοντας πνευματική ισορροπία και αρμονία. Η γέννηση ενός λευκού βούβαλου θα αποτελούσε σημάδι της επικείμενης επιστροφής της. Ο Owen Mike, επικεφαλής της φατρίας των βούβαλων Ho-Chunk (Winnebago) είπε στο ίδιο άρθρο ότι ο λαός του είχε μια ελαφρώς διαφοροποιημένη ερμηνεία για τη σημασία του λευκού βούβαλου. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η εκδοχή Ho-Chunk της προφητείας υπογραμμίζει επίσης την επιστροφή της αρμονίας, τόσο στη φύση όσο και ανάμεσα στους λαούς. ʺ Είναι μάλλον μια ευλογία του Μεγάλου Πνεύματος ʺ, εξήγησε ο Mike. ʺ Είναι ένα σημάδι. Αυτός ο λευκός βούβαλος μας δείχνει ότι όλα θα πάνε καλά ʺ. Βλέπε: ʺ Miracle ʺ, Tom Laskin, Isthmus Newspaper, Madison, Wisconsin, 25 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου 1994.
7. Τον εικοστό αιώνα, η διαλογική φιλοσοφία γνώρισε νέα ώθηση με τον Martin Buber, που δημοσίευσε το 1923 το βιβλίο I-Thou, στο οποίο ανέφερε ότι το ανθρώπινο είδος μπορεί να έχει δυο είδη σχέσεων: I και Thou (αμοιβαιότητα) και I –It ( αντικειμενοποίηση). Στις σχέσεις I και Thou, κανείς δεσμεύεται πλήρως στη συνάντηση με τον άλλον και κάνει έναν πραγματικό διάλογο. Στις σχέσεις I-It το It γίνεται αντικείμενο ελέγχου, Το ʺ I ʺ δεν είναι το ίδιο στις δυο περιπτώσεις, γιατί στην πρώτη περίπτωση υπάρχει μια μη ιεραρχική συνάντηση ενώ στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει αποστασιοποίηση. Βλέπε: Buber, Martin. I and Thou (New York: Collier, 1987). Η διαλογική φιλοσοφία του Martin Buber, που βρίσκεται πολύ κοντά στο Phenomenology and Existentialism επηρέασε πολύ τη φιλοσοφία της γλώσσας του Mikhail Bakhtin. Ο Bakhtin έγραψε σε αναρίθμητα κείμενά του ότι οι κανονικές περιπτώσεις μονολογικής εμπειρίας- στον πολιτισμό, την πολιτική και την κοινωνία- εξαλείφουν τη διαλογική πραγματικότητα της ύπαρξης.
8. Η γνωστική ηθολογία μπορεί να οριστεί ως ʺ εξελικτική και συγκριτική μελέτη των διαδικασιών σκέψης του μη ανθρώπινου ζώου, της συνείδησης, των πεποιθήσεων ή της λογικότητας, και είναι μια περιοχή όπου η έρευνα ενημερώνεται από διάφορα είδη ερευνών και εξηγήσεων ʺ. Βλέπε: Bekoff, Marc (1995), Cognitive Ethology and the Explanation of Nonhuman Animal Behavior - στο Comparative Approaches to Cognitive Science- Συγκριτικές Προσεγγίσεις στη Γνωστική Επιστήμη. J. A. Meyer & H.L. Roitblat, eds (Cambridge, Mass. : MIT Press, 1995), 119-150. Πρωτοπόρος της ηθολογίας, ο Εσθονός ζωολόγος Jakob von Uexkull (1864- 1944) αφιερώθηκε στο πρόβλημα του πώς τα ζωντανά όντα αντιλαμβάνονται υποκειμενικά το περιβάλλον τους και πώς η αντίληψη αυτή καθορίζει τη συμπεριφορά τους. Το 1909 έγραψε το Unwelt und Innenwelt der Tiere, εισάγοντας τη γερμανική λέξη umwelt (ʺ περιβάλλον ʺ, σε πρόχειρη μετάφραση ) για να αναφερθεί στον υποκειμενικό κόσμο ενός οργανισμού. Περικοπές του κειμένου υπάρχουν στο Foundations of Comparative Ethology- ed. G. Burghardt (New York: Van Nostrand Reinhold, 1985). Από την ώρα που ο Uexkull έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι τα σήματα και τα νοήματα έχουν τη μεγαλύτερη σημασία σε όλες τις πτυχές των βιολογικών διαδικασιών (στο επίπεδο του κυττάρου ή του οργανισμού), προέβλεψε επίσης τους προβληματισμούς της γνωστικής ηθολογίας και της βιοσημειωτικής ( μελέτης των σημάτων, της επικοινωνίας και της πληροφορίας στους ζωντανούς οργανισμούς). Βλέπε: Uexkull, Jacob von. Mondes animaux et monde humain: suivi de théorie de la signification (Paris: Denoël, 1984). Συμβάλλοντας περαιτέρω στον υποκειμενικό κόσμο των άλλων ζώων, ο Donald Griffin έδειξε καταρχήν ότι οι νυχτερίδες καθοδηγούν τον κόσμο χρησιμοποιώντας biosonar, μια διαδικασία που ονόμασε ʺ echolocation -ηχοεντοπισμό ʺ. Βλέπε: Griffin, Donald R. Listening in the dark: the acoustic orientation of bats and men (Ithaca, London, Comstock publishing, 1986). Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1958. Ο Griffin συνέβαλε έκτοτε στη γνωστική ηθολογία με πολλά βιβλία και κυρίως: The Question of National Awareness: Evolutionary Continuity of Mental Experience (New York: The Rockfeller University Press, 1976), Animal Thinking (Cambridge, MA: Harvard University Press, 1984) and Animal Minds (Chicago: University of Chicago Press, 192). Μια άλλη σημαντική πρωτοποριακή συμβολή ήταν : Nagel, T. 1974. What is like to be a bat? Philosophical Review 83: 435-405. Σ’ αυτό το κείμενο ο Nagel συνεισέφερε με μια κριτική των φυσικών εξηγήσεων του μυαλού, τονίζοντας ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τη συνείδηση, δηλαδή ποια είναι η πραγματική εμπειρία ζωής ενός οργανισμού. Σ’ αυτό το κλασσικό κείμενο γνωστικής ηθολογίας και μελέτης για τη συνείδηση, ο Nagel μας θυμίζει ότι αυτό που για την επιστήμη είναι αντικειμενικός απολογισμός, αναπόφευκτα παραλείπει απόψεις. Αναγνωρίζοντας το πρωτοποριακό έργο του Griffin, που εκθέτει τα προβλήματα της προσαρμοστικότητας και της γνωστικής σκέψης που δεν δέχονται τη συνειδητή επίγνωση στα θηλαστικά και τη σκέψη στα μικρά ζώα, πολλοί ερευνητές προώθησαν την ερευνητική ατζέντα της γνωστικής ηθολογίας. Βλέπε: Ristau, Carolyn A. (ed) Cognitive ethology: the minds of other animals: essays in honour of Donald R. Griffin (Hillsdale, NJ.: L. Erlbaum Associates, 1991). Μια περιεκτική συζήτηση για τις πολλαπλές απόψεις που ενημερώνουν τη συζήτηση για τη γνωστική ηθολογία, συμπεριλαμβανομένης της κριτικής εκείνων που αντιτίθενται στις θεμελιακές αρχές αυτής της επιστήμης, υπάρχει στο: Bekoff, M. And Allen, C. Cognitive ethology: Slayers, sceptics and proponents- R.W. Thompson and L Miles, eds. Anthropomorphism, Anecdote and Animals: The Emperor’s New Clothes? – (Lincoln, Nebraska: University of Nebraska Press, 1993). Στο βιβλίο του, Kinds of Minds, ο Daniel Clement Dennett επιχειρεί να εξηγήσει τη συνείδηση που δε σέβεται τα είδη. Εκλαμβάνει τη ʺ διεθνή στάση ʺ , δηλαδή τη στρατηγική ερμηνείας της συμπεριφοράς κάποιου ( ζωντανού ή μη ζωντανού πράγματος) σα να ήταν ορθολογικός παράγοντας που οι πράξεις του καθορίζονται από τις πεποιθήσεις και τις επιθυμίες του. Εξετάζει τη ʺ σκοπιμότητα ʺ ενός μορίου που αναπαράγεται, ενός σκύλου που οριοθετεί το χώρο του και ενός ανθρώπου που επιθυμεί να κάνει κάτι συγκεκριμένο. Τελικά, για τον Dennet, η ικανότητά μας να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα διαμορφώνει το ιδιαίτερο μυαλό που έχουν οι άνθρωποι. Ο Dennet πιστεύει ότι η γλώσσα είναι ένας τρόπος για να ξεδιαλύνουμε τις απεικονίσεις που έχουμε στο μυαλό μας και να αποσπούμε κάποιες μονάδες. Χωρίς τη γλώσσα, ένα ζώο μπορεί να έχει ακριβώς την ίδια απεικόνιση, χωρίς όμως να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε μονάδα της. Βλέπε: Dennett, D., Kinds of Mind: Toward an Understanding of Consciousness (New York Basic Books, 1996). Για μια εξέταση της σχέσης μεταξύ των φιλοσοφικών θεωριών του μυαλού και των εμπειρικών μελετών της γνωστικότητας του ζώου, βλέπε: Allen, C. & M. Bekoff. Species of Mind, The philosophy and biology of cognitive ethology (Cambridge, MA: MIT Press, 1997). Μελέτες επικεντρωμένες στην εξυπνάδα των μη πρωτευόντων ειδών έχουν επίσης συμβάλει στην εξημέρωση πλασμάτων με μοναδικές νοητικές ικανότητες, όπως τα θαλάσσια θηλαστικά, τα πουλιά και τα μυρμήγκια. Βλέπε: Schusterman, R.J., Thomas, J.A. and Wood, F.G. eds. Dolphin Cognition and Behaviour: A Comparative Approach (Hillsdale, New Jersey: Erlbaum, 1986). Skutch, A.F. Τhe Minds of Birds (College Station, TX: Texas A. & M. University Press, 1996). Pepperberg, Irene Maxine. The Alex Studies: cognitive and communicative abilities of grey parrots (Cambridge, Mass, London. Harvard University Press 2000). Για το θέμα της επικοινωνίας στα μυρμήγκια βλέπε Gordon, D.M. 1992. Wittgenstein and ant-watching. Biology and Philosophy 7: 13-25. Στη σελίδα 23, η Deborah Gordon τονίζει ότι ʺ ο τρόπος που οι επιστήμονες βλέπουν τη συμπεριφορά των ζώων προκύπτει…[σε} ένα σύστημα ριζωμένο στις κοινωνικές πρακτικές ενός συγκεκριμένου χρόνου και τόπου ʺ. Οι επιτόπιες έρευνες της Gordon για τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε γειτονικές αποικίες δείχνουν ότι τα μυρμήγκια μαθαίνουν να αναγνωρίζουν όχι μόνο τους συντρόφους τους στη φωλιά αλλά και μυρμήγκια από άσχετες γειτονικές αποικίες. Οι επιτόπιες έρευνές της οδήγησαν σε περαιτέρω έρευνα που αφορά τα δίκτυα επικοινωνίας μέσα στις αποικίες μυρμηγκιών. Για μια πιο εξονυχιστική εξέταση του προβλήματος, βλέπε: Gordon, D.M. Ants at Work: how an insect society is organized ( New York: Free Press, 1999). Η καίρια συνεισφορά του βιβλίου της Gordon είναι ότι διαψεύδει την κοινή αντίληψη ότι οι αποικίες μυρμηγκιών λειτουργούν με αυστηρούς κανόνες και δείχνει (με βάση το επιτόπιο έργο της για τα μυρμήγκια θεριστές στην Αριζόνα) ότι μια κοινωνία μυρμηγκιών μπορεί να είναι πολύπλοκη και να αλλάζει τη συλλογική συμπεριφορά της όπως απαιτούν οι συνθήκες. Αντλώντας έμπνευση από το βιβλίο του Charles Darwin The Expression of Emotions in Man and Animals (New York: D. Appleton and Company, 1872), οι Jeffrey M. Masson και Susan Mc Carthy υπερασπίζονται πειστικά την ύπαρξη συναισθήματος στα ζώα. Βλέπε: Masson, J.M. S. Mc Carty. When Elephants Weep: The Emotional Lives of Animals (New York: Bantam Doubleday Dell, 1995). Για το μυαλό των μη ανθρώπινων πρωτευόντων, βλέπε: Cheney, D.L. and Seyfarth, R.M. How Monkeys See the World: Inside the Mind of Another Species (Chicago: University of Chicago Press, 1990), Montgomery, S. 1991. Walking With the Great Apes: Jane Goodall, Dian Fossey and Birute Galdikas. New York: SUNY Press, Savage –Rumbaugh, S. and R. Lewin 1994. Kanzi, The ape at the brink of the human mind. New York: Willey, Russon, A. E., K. A. Bard &s. T. Parker eds. 1996. Reaching into Thought, the Minds of the Great Apes. Cambridge U. Press, Waal, F. M. De 1997 Bonobos: The Forgotten Ape. Berkeley, CA: University of California Press.
9. Buber, Martin, I and Thou (New York: Collier, 1987), σ. 124. Σύμφωνα με τον Michael Theunissen, ʺ ο Buber επεδίωξε να περιγράψει μια ʺ οντολογία του μεταξύ ʺ όπου η ατομική συνείδηση μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο στο πλαίσιο των σχέσεών μας με τους άλλους, και όχι ανεξάρτητα από αυτούς ʺ. Βλέπε: Theunissen, Michael. The Other: Studies in the Social Ontology of Husserl, Heidegger, Sartre and Buber. Trans, Christopher Macann (Cambridge, MA: MIT Press, 1984), σ. 271-272.
10. Bakhtin. M. Problems of Dostoevsky’s Poetics. Μετ.. Caryl Emerson (Minneapolis: U of Minnesota P, 1984), σ. 270. Για τον Bakhtin, οι διαλογικές σχέσεις ʺ είναι ένα σχεδόν οικουμενικό φαινόμενο, που διαπερνά τον ανθρώπινο λόγο και όλες τις σχέσεις και εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής- γενικά, οτιδήποτε έχει νόημα και σημασία ʺ.
11. Για τη διαμόρφωση του ʺ εγώ ʺ ή την υποκειμενικότητα μέσω της γλώσσας και την έννοια ότι μόνο μέσω της γλώσσας έχουμε συνείδηση (δηλαδή, είμαστε ʺ υποκείμενα ʺ), βλέπε: Emile Benveniste, ʺ Subjectivity in Language ʺ κεφ. 21 στο Problems in General Linguistics, μετ. Mary Elizabeth Meek (1966, Coral Gables, Florida: Univ. of Miami Press, 1971), s. 223-230. Απηχώντας τον Buber, η θέση του Benveniste είναι ότι όταν κάποιος λέει ʺ εγώ ʺ(δηλαδή, όταν ένα άτομο καταλαμβάνει τη θέση του υποκειμένου στο λόγο), αυτός ή αυτή καταλαμβάνει αυτή τη θέση ως μέλος της διυποκειμενικής κοινότητας των προσώπων. Επομένως, με το να είναι υποκείμενο/πρόσωπο, αυτός ή αυτή δεν είναι απλώς αντικείμενο/πράγμα. Ο Benveniste δεν ήταν ασφαλώς ο μόνος που εξέτασε την διυποκειμενική φύση της ανθρώπινης πείρας. Ο Wlad Godzich έγραψε: ʺ Για τον Καντ, το γεγονός ότι το άτομο δεν μπορούσε να βιώσει το αντικείμενο όπως ήταν, απαιτούσε τη διατύπωση μιας άλλης διάστασης ανάμεσα στα άτομα: της διυποκειμενικότητας. ʺ Βλέπε: Arac, Jonathan and Godzich, Wlad (Eds). The Yale Critics: Deconstruction in America (Minneapolis: University of Minnesota Press, 1983), σ. 46. Όταν ο Edmund Husserl εξέτασε αναδρομικά τις διαλέξεις του, του 1910/11, έγραψε: ʺ Οι διαλέξεις μου στο Γκέττινγκεν το 1910/11, παρουσίασαν ήδη ένα πρώτο σκιαγράφημα της υπερβατικής θεωρίας μου για την εμπάθεια, δηλαδή την αναγωγή της ανθρώπινης ύπαρξης ως ʺ να είναι ο ένας με τον άλλον ʺ στην υπερβατική διυποκειμενικότητα ʺ. Βλέπε: Husserl, E. Ideas Pertaining to a Pure Phenomenology and a Phenomenological Philosophy, Second Book, Phenomenological Investigations Concerning Constitution (Dordrecht: Kluwer, 1989), σ. 147. Για τον Maurice Marleau-Ponty η μη ομοιότητά μας δεν είναι μειονέκτημα, αλλά κατεξοχήν προϋπόθεση για επικοινωνία: ʺ το σώμα του άλλου- ως φορέα συμβολικών συμπεριφορών και συμπεριφοράς της αληθινής πραγματικότητας- αποσπάται από το να είναι ένα από τα φαινόμενα μου, μου προσφέρει το καθήκον μιας αληθινής επικοινωνίας και δίνει στα αντικείμενά μου μια νέα διάσταση διυποκειμενικού όντος ʺ. Για τον Marleau-Ponty η αντίληψή μας ʺ αφυπνίζεται ʺ στην αμφισημία της διυποκειμενικότητας. Βλέπε: Merleau-Ponty, M. Primacy of Perception (Chicago: Northwestern University Press, 1964), 17-18. Για μια κριτική ανάλυση του Theory of Intersubjectivity του Merleau-Ponty, βλέπε: Friedman, Robert M ʺ Merleau-Ponty’s Theory of Intersubjectivity ʺ, Philosophy Today 19: 228-42 (Φθινόπωρο 1975). Ο Jurgen Habermas επίσης έδωσε στην έννοια της διυποκειμενικότητας κεντρική θέση στο έργο του. Δίνοντας συνέχεια σε ένα από τα προγράμματα της Σχολής της Φραγκφούρτης (την κριτική της έννοιας ότι η έγκυρη ανθρώπινη γνώση περιορίζεται σε προτάσεις που δοκιμάζονται εμπειρικά και στις οποίες φτάνουμε μετά από συστηματική έρευνα που πρέπει να είναι αντικειμενική και απαλλαγμένη από συγκεκριμένα συμφέροντα), ο Habermas βρίσκει στη διυποκειμενικότητα ένα μέσο αντίθεσης στις θεωρίες που βασίζουν την αλήθεια και το νόημα στην ατομική συνείδηση. Για κείνον, η διυποκειμενικότητα είναι μια κατάσταση επικοινωνίας στην οποία ʺ ο ομιλητής και ο ακροατής αποκτούν τις διαπροσωπικές σχέσεις που θα τους επιτρέψουν να φτάσουν σε αμοιβαία κατανόηση ʺ . Βλέπε: Habermas, J. (1976). Theory and Society (2), σ. 157. O Habermas εξηγεί ακόμη περισσότερο την άποψή του για τη διυποκειμενική επικοινωνία: ʺ Όταν ένας ακροατής δέχεται την πράξη της ομιλίας, επέρχεται μια συμφωνία ανάμεσα σε τουλάχιστον δυο ενεργά υποκείμενα που ομιλούν. Ωστόσο, αυτό δεν βασίζεται μόνο στην διυποκειμενική αναγνώριση ενός μοναδικού, θεματικά έγκυρου αιτήματος. Μάλλον μια τέτοια συμφωνία γίνεται ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα… Εναπόκειται στην επικοινωνιακή ικανότητα του ομιλητή (α) να εκτελέσει μια σωστή πράξη ομιλίας σε σχέση με το δεδομένο κανονιστικό πλαίσιο έτσι ώστε ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ακροατή να προκύψει μια διυποκειμενική σχέση που θα αναγνωριστεί ως νόμιμη, (β) να κάνει μια αληθινή δήλωση (ή σωστές υπαρξιακές πεποιθήσεις) έτσι ώστε ο ακροατής να αποδεχτεί και να μοιραστεί τη γνώση του ομιλητή, και (γ), να εκφράσει ειλικρινά τις πεποιθήσεις του, τις προθέσεις του, τα συναισθήματά του, τις επιθυμίες του και τα παρόμοια, ώστε ο ακροατής να δώσει βάση σε αυτά που λέγονται ʺ. Βλέπε: Jurgen Habermas, The Theory of Communicative Action, T. 1. Reason and the Rationalization of Society (Boston: Beacon Press, 1984), σ. 307-308.
12. Από την σκοπιά του μοναδικού και συστηματικού κλάδου της θεωρητικής βιολογίας, ο Maturana εξηγεί την έννοια του συναινετικού πεδίου με μεγάλη σαφήνεια: ʺ Όταν δυο ή περισσότεροι οργανισμοί έχουν επαναλαμβανόμενη αλληλεπίδραση ως δομικά πλαστικά συστήματα και ο καθένας γίνεται ένα μέσο για την πραγματοποίηση της αυτοποίησης του άλλου, το αποτέλεσμα είναι το αμοιβαίο, οντογενικό, δομικό ζευγάρωμα. Από την άποψη του παρατηρητή, είναι εμφανές ότι η λειτουργική αποτελεσματικότητα που έχουν τα διάφορα μέσα συμπεριφοράς των δομικά ζευγαρωμένων οργανισμών για την πραγματοποίηση της αυτοποίησής τους κάτω από τις αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις εγκαθιδρύεται κατά την ιστορία των αλληλεπιδράσεών τους και μέσω των αλληλεπιδράσεών τους. Ακόμη περισσότερο, για έναν παρατηρητή, το πεδίο των αλληλεπιδράσεων που καθορίζεται μέσω ενός τέτοιου οντογενικού ζευγαρώματος εμφανίζεται ως δίκτυο μιας σειράς αλληλένδετων συμπεριφορών που πυροδοτούνται αμοιβαία και δεν διακρίνονται από αυτό που κάποιος θα αποκαλούσε συναινετικό πεδίο. Στην πραγματικότητα, οι διάφορες συμπεριφορές που εμπλέκονται είναι αυθαίρετες και ταυτόχρονα σχετικές με το πλαίσιο. Είναι αυθαίρετες επειδή μπορούν να έχουν οποιαδήποτε μορφή όσο λειτουργούν ως πυροδοτικές διαταραχές στις αλληλεπιδράσεις και έχουν να κάνουν με το πλαίσιο επειδή η συμμετοχή τους στις αλληλένδετες αλληλεπιδράσεις του πεδίου ορίζεται μόνο σε σχέση με τις αλληλεπιδράσεις που αποτελούν το πεδίο. Κατά συνέπεια, ονομάζω το πεδίο των αλληλένδετων συμπεριφορών που προκύπτουν από το οντογενικό αμοιβαίο δομικό ζευγάρωμα μεταξύ δομικά πλαστικών οργανισμών συναινετικό πεδίο. Βλέπε: Maturana, Humberto R. ʺ Biology of Language: The Epistemology of Realityʺ στο G. Miller & E. Lenneberg (Eds) Psychology and Biology of Language and Thought (New York Academic Press, 1978), σελ. 47. Για μια προγενέστερη συζήτηση των ʺ συναινετικών πεδίων ʺ βλέπε: Maturana, H. R. The organization of the living: a theory of the living organization- The International journal of Man-Machine Studies, 1975, 7, 313-332. Στο ʺ Biology of Language: The Epistemology of Reality ʺ, ο Maturana εξηγεί τον όρο αυτοποίηση: ʺ Υπάρχει μια τάξη δυναμικών συστημάτων που πραγματοποιούνται, ως ενότητες, ως δίκτυα παραγωγών (και αποσυνθέσεων) συστατικών στοιχείων που (α) επαναλαμβανόμενα συμμετέχουν μέσω των αλληλεπιδράσεών τους στην πραγματοποίηση του δικτύου παραγωγών (και αποσυνθέσεων) των συστατικών στοιχείων που τα παράγουν και (β) ορίζοντας σύνορά του, συγκροτούν αυτό το δίκτυο παραγωγών (και αποσυνθέσεων) συστατικών στοιχείων ως ενότητα στο χώρο που ορίζουν και στον οποίον υπάρχουν. Ο Francisco Varela κι εγώ αποκαλέσαμε αυτά τα συστήματα αυτοποιητικά συστήματα και την οργάνωσή τους αυτοποιητική οργάνωση. Ένα αυτοποιητικό σύστημα που υπάρχει στο φυσικό χώρο είναι ένας ζωντανός οργανισμός (ή πιο σωστά ο φυσικός χώρος είναι ο χώρος που τα συστατικά στοιχεία των ζωντανών συστημάτων ορίζουν και στον οποίον υπάρχουν) ʺ. Ibid, σ. 36. Βλέπε επίσης: Maturana, H.R. & Varela, F.G. Autopoiesis and Cognition: The Realization of the Living ( Dordrecht, Holland: Boston: London:Reidel, 1980). Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Χιλή ως : De Maquinas y Seres Vivos, Editorial Universitaria, 1972.
13.Ο Emmanuel Levinas έγραψε : ʺ Η εγγύτητα, η διαφορά που είναι μη αδιαφορία, είναι ευθύνη ʺ. Βλέπε: Levinas, E. Otherwise than Being or Beyond Essence, μετάφραση Alphonso Lingis (Boston: Martinus Nijhoff Publishers, 1981), σ. 139. Εν μέρει επηρεασμένος από τη διαλογική φιλοσοφία του Martin Buber, ο Levinas επεδίωξε να πάει πέρα από την ηθικά ουδέτερη παράδοση της οντολογίας μέσω μιας ανάλυσης της ʺ πρόσωπο με πρόσωπο ʺ σχέσης με τον Άλλον. Για τον Levinas, ο Άλλος δεν μπορεί να είναι γνωστός ως τέτοιος. Αντίθετα, ο Άλλος αναδύεται σε σχέση με άλλους, σε μια σχέση ηθικής ευθύνης. Για τον Levinas, αυτή η ηθική ευθύνη προηγείται της οντολογίας. Για τη μελέτη του για το έργο του Buber, βλέπε Levinas, E. ʺ Martin Buber and the Theory of Knowledge ʺ, Schilp, P. (Ed) The Philosophy of Martin Buber (La Salle, IL: Open Court, 1967), σ. 133-150.
14. Υπάρχουν τρία είδη κυττάρων: προκαρυωτικά, ευκαρυωτικά και αρχαϊκά. Τα προκαρυωτικά είναι μονοκύτταροι οργανισμοί (πχ. βακτήρια) που δεν έχουν πυρηνική μεμβράνη. Τα ευκαρυωτικά είναι μονοκύτταροι (π.χ. μαγιά) ή πολυκύτταροι οργανισμοί (π.χ. άνθρωποι) που έχουν πυρηνική μεμβράνη που περιβάλλει το γενετικό υλικό και πολλά νημάτια συνδεδεμένα με τη μεμβράνη και διασκορπισμένα σε μια περίπλοκη κυτταρική δομή. Όλα τα κύτταρα στους πολυκυττάρους οργανισμούς είναι ευκαρυωτικά. Τα ευκαρυωτικά περιλαμβάνουν τους περισσότερους οργανισμούς ( φύκια, μύκητες, πρωτόζωα, φυτά και ζώα) εκτός από ιούς, βακτήρια και μπλε-πράσινα φύκια. Ένα άλλο μείζον πεδίο ζωής ονομάζεται Αρχαϊκά, είναι μικροοργανισμοί με γενετικά χαρακτηριστικά διαφορετικά από τα προκάρυα και τα ευκάρυα. Το DNA τους δεν περιέχεται σε πυρήνα. Πολλά Αρχαϊκά ζουν σε σκληρό περιβάλλον, όπως σε θερμά στόμια στον Ωκεανό και θερμές πηγές. Τα περισσότερα βακτήρια που παράγουν μεθάνιο είναι Αρχαϊκά.
15. Τελεονομικό σημαίνει ρυθμιστική αρχή (νομικό) που καθοδηγείται από έναν στόχο ή πρόθεση (τελεο) χωρίς βιταλιστικούς συνειρμούς. Για την έννοια της τελεονομίας, βλέπε: Ayala, F., ʺ Teleogical Explanations in Evolutionary Biology ʺ Philosophy of Science (1970), τ. 37, σ. 1-15, Lorenz, Konrad. Foundations of Ethology (New York: Springer, 1981), σ. 23-35. Lorenz K. Behind the Mirror (New York: London: Harcourt Brace Jovanovich, 1977), σ. 21-25. Οι Maturana και Varela υποστηρίζουν την ʺ εξάλειψη της τελεονομίας ως καθοριστικού χαρακτηριστικού των ζωντανών συστημάτων ʺ, επειδή πιστεύουν ότι αυτή η έννοια δεν επιτυγχάνει πολλά εκτός από την αποκάλυψη ʺ της συνεκτικότητας των ζωντανών συστημάτων στο πεδίο της παρατήρησης ʺ. Βλέπε: Maturana, H.R., & Varela, F.G. Autopoiesis and Cognition: The realization of the Living (Dordrecht, Holland: Boston:London: Reidel, 1980), σ. 85-87.
16. Για το θέμα της ευημερίας των διαγενετικών ζώων, βλέπε: L.F.M. van Zuphen, M. Van der Meer (Eds). Welfare Aspects of Transgenic Animals (New York: Spronger, 1997).
17. Εννοώ ότι η διαδικασία αναμενόταν (και στην πραγματικότητα ήταν) τόσο κοινή όσο οποιαδήποτε άλλη εγκυμοσύνη και γέννηση κουνελιού. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η διαγενετική τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε επιτυχώς και τακτικά στη δημιουργία ποντικιών από το 1980 και κουνελιών από το 1985. Βλέπε: J.W. Scargos, G.A. Plotkin, D.J. Barbosa, J. A. & Ruddle, F.R. (1980). Genetic transformation of mouse embryos by microinjection of purified DNA Proc. Natl. Acad. Sci. USA. 77, 7380-7384, Gordon, J.W. & Ruddle, F. H. (1981). Integration and stable germ line transformation of genes injected into mouse pronuclei. Science 214: 1244-1246, Hammer, R.E., Pursel, V.G., Rexroad, C.E., Jr Wall, R. J. Bolt, D. J. Ebert, K. M. Palmiter, R. D. and Brinster, R. L. Production of transgenic rabbits, sheep and pigs by microinjection. Nature 315, 680-683 (1985). Ο όρος διαγενετικός χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους J.F. Gordon και F.H. Ruddle, το 1981. Για πρόσθετη ενημέρωση για την έκφραση της Πράσινης Φωσφορίζουσας Πρωτεΐνης στα κουνέλια, βλέπε: Kang, T.Y. Yin, X J, Rho, G J, Lee, H. Lee, H J. Cloning of transgenic rabbit embryos expressing green fluorescent protein (GFP) gene by nuclear transplantation. Theriogenology. 53, no 1 (2000): 222.
18. Ο ζυγωτός είναι το κύτταρο που σχηματίζεται από τη ένωση δυο γαμετών. Ο γαμέτης είναι αναπαραγωγικό κύτταρο, και ειδικότερα ένα ώριμο σπέρμα ή αυγό ικανό να συγχωνευθεί με έναν γαμέτη του αντίθετου φύλου για να παράγει το γονιμοποιημένο αυγό. Η άμεση μικροένεση στο αρσενικό προπυρήνα του ζυγωτού ενός κουνελιού είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος για την παραγωγή διαγενετικών κουνελιών. Καθώς το ξένο DNA ενσωματώνεται στο χρωμοσωματικό DNA στο μονοκύτταρο στάδιο, το διαγενετικό ζώο έχει το νέο DNA σε κάθε κύτταρο. Για λεπτομερή συζήτηση των μεθόδων και εφαρμογών της τεχνολογίας της μικροένεσης, βλέπε: Lacal. J C. Pereona, R, & Feramisco, J. Microinjection (New York: Springer, 1999). Η πρώτη επιτυχής δημιουργία διαγενετικών ποντικών με προπυρηνική μικροένεση αναφέρθηκε το 1980: Gordon J.W. κ.ά., 1980. Genetic transformation of mouse embryos by microinjection of purified DNA. Proc. Natl, Acad. Sci. USA 77:7380-7384. Το νέο γονίδιο αποδείχτηκε ότι ενσωματώθηκε στον γαμέτη του ποντικιού, αλλά δεν εκφράστηκε. Η πρώτη ορατή φαινοτυπική αλλαγή στα διαγενετικά ποντίκια έγινε το 1982 : Palmiter, R.D., κ.ά. 1982. Dramatic growth of mice that develop from eggs microinjected with metallothionein-growth hormone fusion genes. Nature 300: 611-615. Ύστερα από τη δημιουργία διαγενετικών ποντικιών, δημιουργήθηκαν επίσης κουνέλια, πρόβατα και γουρούνια (βλέπε σημείωση 17). Σήμερα, πολλές εκατοντάδες κείμενα για τη διαγενετική έκφραση δημοσιεύονται κάθε χρόνο.
19. Βλέπε σημείωση 2.
20. Ο λαγόμορφος είναι ένα από τα πολλά τρωκτικά θηλαστικά της κατηγορίας Lagomorpha, στην οποία περιλαμβάνονται τα κουνέλια και οι λαγοί.
21. Krempels, Dana M., ʺWhat do rabbits see? ʺ House Rabbit Society: Orange County Chapter Newsletter 5 (Καλοκαίρι 1996). 1. Για μια πιο περιεκτική εξέταση της όρασης στα κουνέλια και άλλα ζώα, βλέπε: Smythe, R.H., Vision in the Animal World, St Martin’s Press, New York (1975)
22. Στο Μέρος 1 του Βιβλίου ΙΧ της ʺ Ιστορίας των Ζώων ʺ, που γράφτηκε το 250 π.Χ., ο Αριστοτέλης αναγνώρισε την πολυπλοκότητα των συναισθηματικών καταστάσεων των ζώων : ʺ Οι χαρακτήρες ή οι προδιαθέσεις των ζώων που είναι συγκριτικά σκοτεινά και βραχύβια δεν είναι τόσο αναγνωρίσιμοι όσο εκείνων που έχουν μακροβιότητα. Αυτά τα τελευταία μοιάζουν να έχουν μια φυσική ικανότητα που αντιστοιχεί σε καθένα από τα πάθη: πονηριά ή απλότητα, θάρρος ή δειλία, καλή διάθεση ή κακή και άλλες ανάλογες προδιαθέσεις του μυαλού. ʺ Βλέπε: Aristotle, History of Animals, Books VII-X (Cambridge, MA: London: Harvard Univerity Press, 1991). Μολονότι στο πρώτο κεφάλαιο της Μεταφυσικής, ο Αριστοτέλης αποδίδει μορφές λογικής και εξυπνάδας σε ζώα, σε ένα άλλο βιβλίο (Πολιτικά), υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι το μόνο ζώο ικανό για λόγο (Book VII, Part XIII): ʺ Τα περισσότερα ζώα περνούν τη ζωή τους στη φύση, μολονότι ορισμένα επηρεάζονται επίσης από τη συνήθεια. Ο άνθρωπος έχει λογική, επιπλέον, και μόνο ο άνθρωπος ʺ. Επίσης, στα Πολιτικά, συγκρίνει τα ζώα με τους σκλάβους (Book I, Part V): ʺ η χρήση των σκλάβων και των εξημερωμένων ζώων δεν είναι πολύ διαφορετική, και οι μεν και τα δε εξυπηρετούν με τα σώματά τους τις ανάγκες της ζωής βλέπε: Aristotle. The Works of Aristotle (London, Oxford Univ., 1996).
23. Στο Discourse on the Method, το 1637, ο Ντεκάρτ επιμένει στον απόλυτο διαχωρισμό μεταξύ ανθρώπου και ζώου. Γι’ αυτόν, η συνείδηση και η γλώσσα δημιουργούν φράγμα ανάμεσα στο ανθρώπινο είδος και τα ζώα. Ο Ντεκάρτ είπε ότι ʺ τα ζώα έχουν λιγότερο μυαλό από τους ανθρώπους ʺ και ότι στην πράξη ʺ δεν έχουν καθόλου μυαλό ʺ. Βλέπε: Descartes, Rene. 1637. ʺ Discourse on the Method ʺ στο Descartes: Selected Philosophical Writings. Μετ. John Cottingham, Robert Stoothoff & Dugald Murdoch (Vambridge: Vambrisge University Press, 1988), σ. 45. Για τον Ντεκάρτ, από την ώρα που τα ζώα δεν έχουν αναγνωρίσιμη γλώσσα, δεν έχουν μυαλό, με αποτέλεσμα να είναι, κατά την άποψή του, σαν αυτόματα, ικανά να μιμούνται την ομιλία αλλά χωρίς πραγματικά να έχουν μια ομιλία που να επιτρέπει και να υποστηρίζει τη συνείδηση. Ένα υποπροϊόν αυτής της άποψης είναι η εγγραφή του ζωώδους στο πεδίο του ασυνείδητου. Αυτή η μανούβρα δεν διέφυγε της προσοχής του σημειωτικού Charles Sander Peirce, ο οποίος άσκησε κριτική στον Ντεκάρτ: ʺ Ο Ντεκάρτ ήταν της άποψης ότι τα ζώα είναι αυτόματα χωρίς συνείδηση. Θα μπορούσε εξίσου να πιστεύει ότι όλοι οι άνθρωποι εκτός από τον ίδιο δεν έχουν συνείδηση ʺ. Βλέπε: Peirce, Charles Sanders. 1901. ʺ Minute Logic ʺ, στο Pierce on Signs: Writings on Semiotic του Charles Sanders Pierce. Ed. James Hoopes (Chapel Hill: University of North Carolina Press, 1991), σ. 234.
24. Στο An Essay Concerning Human Understanding (Book II, Chapter XI), ο John Locke έγραψε: ʺ Εάν υπάρχει αμφιβολία για το αν τα ζώα αναμιγνύουν και διευρύνουν τις ιδέες τους σε οποιονδήποτε βαθμό, νομίζω ότι αυτό μπορεί να είναι θετικό με την έννοια ότι δεν έχουν αφαιρετική ικανότητα και ότι το να έχεις γενικές ιδέες είναι αυτό που κάνει την τέλεια διάκριση ανάμεσα στον άνθρωπο και τα κτήνη και είναι μια αρετή την οποία τα κτήνη δεν μπορούν να αποκτήσουν με κανένα τρόπο. Είναι εμφανές ότι δεν παρατηρούμε ίχνη ότι κάνουν χρήση γενικών σημείων για οικουμενικές ιδέες και επομένως μπορούμε βάσιμα να σκεφτούμε ότι δεν έχουν την αφαιρετική ικανότητα ή γενικές ιδέες, καθώς δεν κάνουν χρήση λέξεων ή άλλων γενικών σημείων. ʺ Μολονότι ο Locke δεν δεχόταν ότι τα ζώα έχουν την ικανότητα αφαιρετικής σκέψης, δεν συμφωνούσε με τον Ντεκάρτ ότι τα ζώα είναι αυτόματα. Στο ίδιο κεφάλαιο, ο Locke έγραψε: ʺ εάν [τα ζώα] έχουν οποιεσδήποτε ιδέες και δεν είναι απλώς μηχανές [όπως θα τα είχαν μερικοί ], δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι έχουν κάποια λογική ʺ. Βλέπε: Locke, John. An Essay Concerning Human Understanding (New York: Dover, 1959), σ. 208. Στην μερική απόρριψή του της καρτεσιανής θεωρίας της γνώσης, ο John Locke πρότεινε δυο πηγές ιδεών: αίσθηση και σκέψη. Σε σχέση με τη διαφορά μεταξύ των ιδεών της αίσθησης και των ιδεών της σκέψης, ο Locke διέκρινε τους ανθρώπους από τα ζώα: τα ζώα έχουν ορισμένες ιδέες που προέχονται από την αίσθηση και ένα βαθμό λογικής, όχι όμως γενικές ιδέες (δηλαδή, αφαιρετική ικανότητα) και καμία γλώσσα για την εκδήλωσή τους. Για τον Locke, η αφαίρεση ξεπερνά την ικανότητα οποιουδήποτε ζώου και είναι ακριβώς η αφαιρετική σκέψη που παίζει θεμελιώδη ρόλο στη διαμόρφωση ιδεών ανάμικτων μεθόδων από τις οποίες εξαρτάται η ηθική.
25. Για τον Gottfried Leibniz, τα ζώα δεν έχουν συνείδηση του εαυτού τους ούτε δύναμη να αναγνωρίζουν τις αιώνιες αλήθειες, που γι’ αυτόν χαρακτηρίζουν τις ψυχές των ανθρώπων. Έγραψε: ʺ Τείνω επίσης να πιστεύω ότι υπάρχουν ψυχές στα κατώτερα ζώα επειδή σχετίζονται με την τελειότητα των πραγμάτων ότι όταν όλα εκείνα τα πράγματα που είναι προσαρμοσμένα στην ψυχή είναι παρόντα, και οι ψυχές θα έπρεπε να είναι παρούσες ʺ. [ ] Κανείς όμως δεν πρέπει να πιστεύει ότι μπορεί εξίσου δίκαια να υποστηριχθεί ότι τα κατώτερα ζώα έχουν μυαλό, γιατί πρέπει να είναι γνωστό ότι η τάξη των πραγμάτων δεν επιτρέπει σε όλες τις ψυχές να είναι ελεύθερες από τις δουλείες της ύλης, ούτε η δικαιοσύνη επιτρέπει σε κάποια μυαλά να αναστατωθούν. Ήταν λοιπόν αρκετό ότι έπρεπε να δοθούν ψυχές στα κατώτερα ζώα, κυρίως επειδή τα σώματά τους δεν είναι φτιαγμένα για να σκέφτονται αλλά προορίζονται για διάφορες λειτουργίες- ο μεταξοσκώληκας να γνέθει, η μέλισσα να φτιάχνει μέλι και τα άλλα σε άλλες λειτουργίες που χαρακτηρίζουν τον κόσμο ʺ. Βλέπε: Leibniz, G., ʺ A Specimen of Discoveries about Marvellous Secretsʺ στο Philosophical Writings (London: Melbourne: Dent, 1984), σ. 84.
26. Στο In the Metaphysics of Morals (Metaphysical First Principles of the Doctrine of Virtue), ο Καντ λέει ότι εμείς, ως ανθρώπινα όντα, διακρινόμαστε από άλλα ζώα από την ικανότητά μας να βάζουμε τέλος στον εαυτό μας, πράγμα δυνατό μόνο σε ένα λογικό ον. Βλέπε: The Metaphysics of Morals (Cambridge: Cambridge University Press, 1991), σ. 381, 384-385, 392. Για τον Καντ, η ηθική ικανότητα των ανθρώπων συνδέεται άμεσα με τη θεμελιώδη ιδιότητα της λογικής. Δεν έβρισκε στη φύση την προέλευση της ηθικής και επομένως θεωρούσε ότι τα ζώα δεν ήταν μέλη του (ηθικού) βασιλείου. Για τον Καντ, η έννοια του ηθικού καθήκοντος είναι εγγενής στους ανθρώπους (αλλά όχι στα ζώα): ʺ τα ζώα δεν έχουν συνείδηση του εαυτού τους και υπάρχουν απλώς ως μέσο για ένα τέλος. Αυτό το τέλος είναι ο άνθρωπος. .Συνέχιζε: ʺ τα καθήκοντά μας απέναντι στα ζώα είναι απλώς έμμεσα καθήκοντα απέναντι στην ανθρωπότητα ʺ. Με άλλα λόγια, ο Καντ πίστευε ότι κανείς δεν πρέπει να κάνει κακό στα ζώα γιατί έτσι βλάπτει έμμεσα την ανθρωπότητα ( Κανείς μπορεί να δει έναν άλλο άνθρωπο ως λιγότερο ανθρώπινο και να επιδοθεί σε άλλα είδη κακομεταχείρισης). Βλέπε: Kant, I.: ʺ Duties to Animals ʺ, Anomal Rights and Obligations. Eds. T. Regan & P. Singer (New Jersey: Prentice Hall, 1976), σ. 122.
27. Στο πρωτογενές δοκίμιο του On Truth and Lies in a Nonmoral Sense (1873), o Φρήντριχ Νίτσε (που κάποτε υποχρέωσε κάποιον να πάψει να χτυπά το άλογό του) έγραψε: ʺ Ως ʺ λογικό ʺ ον, {ένας άνθρωπος} θέτει τη συμπεριφορά του υπό τον έλεγχο των αφηρημένων ιδεών. Δεν ανέχεται πλέον να παρασύρεται από ξαφνικές εντυπώσεις, από διαισθήσεις. Πρώτα οικουμενοποιεί όλες αυτές τις εντυπώσεις σε λιγότερο ζωηρές, πιο χαλαρές έννοιες έτσι ώστε να μπορεί να εμπιστευθεί την καθοδήγηση της ζωής του και τη συμπεριφορά του σε σχέση με αυτές. Οτιδήποτε διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα εξαρτάται από αυτή την ικανότητα να μεταβάλει εννοιολογικές μεταφορές σε ένα σχήμα και επομένως να διαχέει μια εικόνα σε μια έννοια ʺ. Βλέπε Nietzsche, Friedrich ʺ On Truth and Lies in a Nonmoral Sense ʺ, Philosophy and Truth, Edited by Daniel Breazeale (New York: Humanity, 1999), σ. 84. Σε αυτό το δοκίμιο, ο Νίτσε λέει ότι αυτό που αποκαλούμε ʺ αλήθεια ʺ είναι μόνο ʺ μια κινητή στρατιά από μεταφορές, μετώνυμα και ανθρωπομορφισμούς ʺ. Γι’ αυτόν, η αυθαιρεσία κυριαρχεί στην ανθρώπινη εμπειρία: αυτό που κανείς αποκαλεί ʺ αλήθεια ʺ δεν είναι τίποτα άλλο από εφεύρεση καθορισμένων συμβάσεων για πρακτικούς σκοπούς, ιδίως εκείνους της ασφάλειας και της συνέπειας.
28. Ο Buber για την I-Thou σχέση μεταξύ ανθρώπινων και μη ανθρώπινων ζώων: Ο άνθρωπος κάποτε ʺ εξημέρωσε ʺ τα ζώα και είναι ακόμη ικανός γι’ αυτό το ιδιόμορφο επίτευγμα. Φέρνει τα ζώα στη δική του ατμόσφαιρα και τα κάνει να δέχονται αυτόν, τον ξένο, και να ανταποκρίνονται σ’ αυτόν. Κερδίζει από αυτά μια συχνά εκπληκτικά ενεργή ανταπόκριση στην προσέγγισή του, στον τρόπο που τους απευθύνεται, και ακόμη περισσότερο μια ανταπόκριση που είναι πιο δυνατή και άμεση αναλογικά όταν η στάση του είναι μια γνήσια ρήση του Thou. Τα ζώα, όπως τα παιδιά, μπορούν συχνά να διακρίνουν την υποκριτική τρυφερότητα. Ακόμη όμως κι έξω από τη σφαίρα της εξημέρωσης, υπάρχει μερικές φορές μια ανάλογη επαφή μεταξύ ανθρώπων και ζώων – με ανθρώπους που έχουν στα βάθη του εαυτού τους μια δυνατότητα συνεργασίας με τα ζώα, όχι με ανθρώπους που έχουν ʺ ζωώδη ʺ φύση αλλά μάλλον με εκείνους που η φύση τους είναι πνευματική ʺ . Βλέπε: Buber, Martin. I and Thou (New York: Collier, 1987), σ. 125.
29. Για μια περιεκτική εξέταση των προσεγγίσεων του ζωώδους στο πλαίσιο της δυτικής παράδοσης και για μια φιλοσοφική συνεισφορά προς μια ευλαβική κατανόηση των μη ανθρώπινων ζώων, βλέπε: Fontenay, Elisabeth. Le silence des bêtes (Paris: Fayard, 1998).
30. Για πρώτη φορά, η γονιδιακή θεραπεία έχει αναμφίβολα πετύχει. Γάλλοι γιατροί χρησιμοποίησαν τη θεραπεία, που περιλαμβάνει την προσθήκη ενεργών γονιδίων στα κύτταρα, σώζοντας τη ζωή πολλών παιδιών που διαφορετικά μπορεί να είχαν πεθάνει εξαιτίας μιας σοβαρής διαταραχής του ανοσοποιητικού. Βλέπε: Marina Cavazzana-Calvo, Salima Hacein-Bey, Genevieve de Saint Basile, Fabian Gross, Eric Yvon, Patrick Nusbaum, Francoise Selz, Christophe Hue, Stephanie Certain, Jean-Laurent Casanova, Philippe Bouso, Francoise Le Deist Alain Fischer. ʺ Gene Therapy of Human Severe Combined Immunodeficiency (SCID) – X1 Disease ʺ, Science 2000 April 28, 288: 660-672. Για μια εκλαϊκευμένη εκδοχή, βλέπε: Petitnicolas Catherine, ʺ Premier succes de la therapie geniqueʺ, Le Figaro, April 28, 2000, σ. 16.
31. Υπάρχει το περιβόητο παράδειγμα του ισχυρισμού του Monsanto ότι επιδιώκει να θρέψει τον κόσμο και η επίπληξη από 24 Αφρικανούς αντιπροσώπους στις διαπραγματεύσεις με την Food and Agriculture Organization (FAO) για το International Undertaking for Plant Genetic Resources, τον Ιούνιο 1998. Βλέπε: Bruno, Kenny. ʺ Monsanto’s Failing PR Strategy ʺ, στο The Ecologist, Τ. 28, Ν.5, Σεπτ. / Οκτ. 1998, σ.291.
32. Χρησιμοποίησα εδώ τη λέξη ʺ συμβολικό ʺ με την έννοια ότι το έργο τέχνης δεν είναι μόνο μια οντότητα που διακρίνεται για τις εγγενείς και μοναδικές ιδιότητές της ή απλώς ένας πραγματιστικός τρόπος για την επίτευξη ενός στόχου, αλλά επίσης (και πάντα) ένα μέσο για την παραγωγή ενός κόσμου κατανόησης. Για τη χρήση της λέξης εμπνεύστηκα εν μέρει από την εφαρμογή της Philosophy of Symbolic Forms ( 3 τ. , 1923-29) του Ernst Cassirer από τον Erwin Panofsky (New York: Zone Books, 1991). Βλέπε: Panofsky, E. Perspective as Symbolic Form (New York: Zone Books, 1991). Στις σελίδες 40-41, ο Panofsky λέει ότι η προοπτική είναι ʺ μια από εκείνες τις ʺ συμβολικές μορφές ʺ στις οποίες το ʺ πνευματικό νόημα ʺ συνδέεται με ένα απτό, υλικό σήμα και δίνεται εγγενώς σε αυτό το σήμα ʺ.